Μετάφραση του "yndling" σε Ελληνικά

Οι αγάπη, αγαπημένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "yndling" σε Ελληνικά.

yndling
+ Προσθήκη

Νορβηγικά Μποκμάλ-Ελληνικά λεξικό

  • αγάπη

    noun feminine
  • αγαπημένος

    noun

    Den yngste, yndlingen hans, er likefrem og ærlig.

    Ο νεότερος, ο αγαπημένος του, του μίλησε ευθέως και ανοιχτά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " yndling " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "yndling" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη