Μετάφραση του "Persoonlijk" σε Ελληνικά
Οι Προσωπικό, προσωπικά, προσωπικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Persoonlijk" σε Ελληνικά.
-
Προσωπικό
◯ Persoonlijke geestelijke routine Sommigen gaan uit huis met het doel onder het geloof van hun ouders uit te komen.
◯ Προσωπικό πρόγραμμα πνευματικών δραστηριοτήτων Μερικοί φεύγουν από το σπίτι με σκοπό να ξεφύγουν από το θρησκευτικό πρόγραμμα των γονέων τους.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Persoonlijk " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
betrekking hebbend of uitgevoerd door de persoon zelf
-
προσωπικά
adverbLaat me tenminste die man persoonlijk bellen en me verontschuldigen.
Τουλάχιστον, άσε με να τον καλέσω προσωπικά να του ζητήσω συγγνώμη.
-
προσωπικός
adjectiveAanzienlijke persoonlijke rijkdom, die ten bate van het regime zou kunnen worden gebruikt.
Αξιοσημείωτος προσωπικός πλούτος που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί υπέρ του καθεστώτος.
-
ιδιωτικός
adjectiveDe persoonlijke levenssfeer van de werknemer moet te allen tijde worden beschermd en zijn privacy geëerbiedigd.
Η ιδιωτική σφαίρα και ο ιδιωτικός βίος των εργαζομένων διαφυλάσσονται ανά πάσα στιγμή.
Φράσεις παρόμοιες με "Persoonlijk" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάσταση ιδιωτικής προβολής
-
προσωπική ανέλιξη
-
προσωπική (ιδία) ευθύνη
-
Εξατομίκευση · Προσωπικές ρυθμίσεις
-
Προσωπική μεταφορά
-
προσαρμοσμένο μενού
-
προσωπική επιφάνεια εργασίας
-
προσωπικό μήνυμα