Μετάφραση του "persoon" σε Ελληνικά

Οι άτομο, άτομον, άνθρωπος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "persoon" σε Ελληνικά.

persoon noun masculine γραμματική

Menselijk individu [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτομο

    noun neuter

    Zij was de laatste persoon die ik verwachtte te zien op zo'n plek.

    Ήταν το τελευταίο άτομο που περίμενα να δω σε ένα τέτοιο μέρος.

  • άτομον

    Menselijk individu [..]

  • άνθρωπος

    noun masculine

    En voor wie je het ook nam, het is een slecht persoon.

    Και σε όποιον το πάτε δεν είναι καλός άνθρωπος.

  • πρόσωπο

    noun

    Ένα άτομο

    De vorige persoon aan wie ik mijn idee vertelde, dacht dat ik gestoord was.

    Το τελευταίο πρόσωπο στο οποίο είπα την ιδέα μου, συμπέρανε ότι είμαι τρελός.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " persoon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "persoon" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "persoon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη