Μετάφραση του "Vulkanologie" σε Ελληνικά

Οι Ηφαιστειολογία, ηφαιστειολογία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Vulkanologie" σε Ελληνικά.

Vulkanologie
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ηφαιστειολογία

    Zij experimenteren met nieuwe activiteiten die verband houden met de oceanen, vulkanologie, energie en telegeneeskunde.

    Πειραματίζονται με αναδυόμενες δραστηριότητες που συνδέονται με την ωκεάνια ζωή, την ηφαιστειολογία, την ενέργεια και την τηλεϊατρική.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Vulkanologie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

vulkanologie

Een tak van de geologie die zich met vulcanisme bezig houdt.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηφαιστειολογία

    noun feminine

    Een tak van de geologie die zich met vulcanisme bezig houdt.

    Zij experimenteren met nieuwe activiteiten die verband houden met de oceanen, vulkanologie, energie en telegeneeskunde.

    Πειραματίζονται με αναδυόμενες δραστηριότητες που συνδέονται με την ωκεάνια ζωή, την ηφαιστειολογία, την ενέργεια και την τηλεϊατρική.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Vulkanologie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη