Μετάφραση του "vullen" σε Ελληνικά

Οι γεμίσει, γεμίζω, σφραγίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "vullen" σε Ελληνικά.

vullen verb γραμματική

vol maken [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γεμίσει

    Niets zal ooit de leegte in mijn hart vullen.

    Αλλά ποτέ τίποτα δε θα γεμίσει το κενό της καρδιάς μου.

  • γεμίζω

    verb

    Hij is erbij als de wagens gevuld worden en hij controleert alles.

    O Μπένετ είναι εκεί όταν τα βυτία γεμίζουν για να ελέγξει τα νούμερα.

  • σφραγίζω

    verb

    Je kunt tanden vullen met je geld... want ik red mezelf wel.

    Μπορείς να πάρεις τα προς το ζειν σου και να σφραγίζεις δόντια με εκείνα. Γιατί μπορώ να συντηρηθώ μόνη μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • παραγεμίζω
    • υπερπληρώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " vullen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "vullen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη