Μετάφραση του "Wrijving" σε Ελληνικά

Οι Τριβή, τριβή, προστριβές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wrijving" σε Ελληνικά.

Wrijving
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • Τριβή

    F = Frictie — wrijving in de pomp

    F = Τριβήτριβή στην αντλία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Wrijving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

wrijving noun feminine γραμματική

Het wrijven van een object of oppervlak tegen een ander.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τριβή

    noun feminine

    De wrijving zal de Ark opbreken in zijn originele stations.

    Η τριβή θα χωρίσει την Κιβωτό στους αρχικούς της σταθμούς.

  • προστριβές

    f-p

    Ik bespeur wel enige wrijving bij je schoonvader in spe.

    Διαισθάνομαι κάποιες προστριβές με τον μελλοντικό πεθερό σου.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Wrijving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη