Μετάφραση του "Wrijving" σε Ελληνικά
Οι Τριβή, τριβή, προστριβές είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Wrijving" σε Ελληνικά.
Wrijving
-
Τριβή
F = Frictie — wrijving in de pomp
F = Τριβή – τριβή στην αντλία
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Wrijving " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
wrijving
noun
feminine
γραμματική
Het wrijven van een object of oppervlak tegen een ander.
-
τριβή
noun feminineDe wrijving zal de Ark opbreken in zijn originele stations.
Η τριβή θα χωρίσει την Κιβωτό στους αρχικούς της σταθμούς.
-
προστριβές
f-pIk bespeur wel enige wrijving bij je schoonvader in spe.
Διαισθάνομαι κάποιες προστριβές με τον μελλοντικό πεθερό σου.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη