Μετάφραση του "wreken" σε Ελληνικά

Το εκδικούμαι είναι η μετάφραση του "wreken" σε Ελληνικά.

wreken verb γραμματική

iemand straffen om het onrecht dat hij of zij je heeft aangedaan [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκδικούμαι

    verb

    Wraak of genoegdoening nemen voor.

    Ik heb me m'n hele leven lang gewroken.

    Εκδικούμαι τον εαυτό μου όλη μου τη ζωή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " wreken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "wreken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη