Μετάφραση του "acceleratie" σε Ελληνικά
Το επιτάχυνση είναι η μετάφραση του "acceleratie" σε Ελληνικά.
acceleratie
noun
feminine
γραμματική
De grootte waarmee een snelheid toeneemt.
-
επιτάχυνση
noun feminineDe berekende acceleratie awot test wordt genoteerd tot twee cijfers achter de komma.
Η υπολογιζόμενη επιτάχυνση awot test καταγράφεται στρογγυλοποιημένη στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " acceleratie " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη