Μετάφραση του "accelerator" σε Ελληνικά

Το επιταχυντής είναι η μετάφραση του "accelerator" σε Ελληνικά.

accelerator

Het mechanisme waarmee het vermogen van een motor wordt verhoogd of verlaagd.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιταχυντής

    noun

    Wells, de accelerator is geprepareerd en klaar voor de deeltjesinjectie.

    Δρ. Γουέλς, ο επιταχυντής είναι έτοιμος για έγχυση σωματιδίων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " accelerator " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "accelerator" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη