Μετάφραση του "activist" σε Ελληνικά
Οι αγκιτάτορας, ακτιβιστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "activist" σε Ελληνικά.
activist
Iemand die deelneemt aan een demonstratie.
-
αγκιτάτορας
noun -
ακτιβιστής
NounΟ άνθρωπος που προωθεί ή εμποδίζει ή προκαλεί κοινωνικές, πολιτικές, οικονομικές ή περιβαλλοντολογικές αλλαγές.
Dus een publiek figuur werkt met politici en is een uitgesproken activist tegen prostitutie van minderjarigen...
Άρα ένα δημόσιο πρόσωπο που εργαζόταν με πολιτικούς και ξακουστός ακτιβιστής κατά της πορνείας ανηλίκων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " activist " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "activist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κοινωνικός ακτιβιστής
-
πολιτικός ακτιβιστής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη