Μετάφραση του "activiteit" σε Ελληνικά
Οι δραστηριότητα, δράση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "activiteit" σε Ελληνικά.
activiteit
noun
feminine
γραμματική
iets waarmee men actief is [..]
-
δραστηριότητα
noun femininegebeurtenis dat voor een wijziging zorgt
handel naar activiteit en grootteklasse van de onderneming;
εμπορικές συναλλαγές ανά δραστηριότητα και τάξη μεγέθους της επιχείρησης·
-
δράση
noun feminineHet is zeer belangrijk dat politiële activiteiten onder democratische controle staan.
Είναι υψίστης σημασίας να εξακολουθεί η αστυνομική δράση να υπόκειται σε δημοκρατικό έλεγχο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " activiteit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "activiteit" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
οικονομική δραστηριότητα
-
αυτοματοποιημένη δραστηριότητα
-
επαγγελματική δραστηριότητα · οικονομική δραστηριότητα
-
πολιτιστική προώθηση
-
κοινωνικομορφωτική δραστηριότητα
-
σεισμική μηχανική
-
ανθρώπινη δραστηριότητα · δραστηριότητα του ανθρώπου
-
επίγεια δραστηριότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη