Μετάφραση του "afgraven" σε Ελληνικά
Οι εκσκαφή, όρυξη, ανασκαφή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afgraven" σε Ελληνικά.
afgraven
-
εκσκαφή
noun feminineDe Commissie stelt vast dat de meeste gebouwen sterk vervuild zijn en dat de sloop tevens het afgraven van de vervuilde bodem omvat.
Η Επιτροπή σημειώνει ότι τα περισσότερα κτίρια έχουν υποστεί μεγάλη ρύπανση και ότι στην κατεδάφισή τους συμπεριλαμβάνεται η εκσκαφή των ρυπανθέντων γηπέδων.
-
όρυξη
-
ανασκαφή
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afgraven " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "afgraven" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σωρός εκσκαφής (ανασκαφής)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη