Μετάφραση του "afgrenzing" σε Ελληνικά
Το διαχωρισμός είναι η μετάφραση του "afgrenzing" σε Ελληνικά.
afgrenzing
-
διαχωρισμός
noun masculineVerzekering betreffende de afgrenzing van de activiteiten van LNM, MSP en HCz
Διασφαλίσεις σχετικά με το διαχωρισμό των δραστηριοτήτων της LNM, της MSP και της HCz
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afgrenzing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη