Μετάφραση του "afspraak" σε Ελληνικά
Οι συνάντηση, συμφωνία, ραντεβού είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afspraak" σε Ελληνικά.
afspraak
noun
masculine
γραμματική
een overeenkomst [..]
-
συνάντηση
noun feminineJe had een afspraak, ze wilde je niet lastig vallen.
Ήσουν σε συνάντηση, δεν ήθελε να σε ενοχλήσει.
-
συμφωνία
noun feminineZeker, maar hij maakt geen deel uit van de afspraak.
Βέβαια μπoρώ αλλά αυτό δεν ήταν στην αρχική συμφωνία.
-
ραντεβού
noun neuterIk heb een afspraak met de dokter.
Έχω ραντεβού στο γιατρό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afspraak " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "afspraak" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λεπτομέρειες συναντήσεων
-
συνάντηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη