Μετάφραση του "afstamming" σε Ελληνικά

Οι γενεαλογία, καταγωγή, έννομη σχέση με τους ανιόντες είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "afstamming" σε Ελληνικά.

afstamming

De oorsprong of de afkomst in de betekenis van de klassen van mensen, een familie, band of groep. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • γενεαλογία

    noun feminine

    Volgens haar kunnen met deze uitdrukking dus de herkomst en de afstamming van de hond worden aangeduid.

    Κατά τον προσφεύγοντα, η φράση αυτή καθιστά δυνατή τη δήλωση της καταγωγής και της γενεαλογίας του σκύλου.

  • καταγωγή

    noun feminine

    Louter op grond van dat feit kunnen echter geen conclusies worden getrokken omtrent haar eigen etnische afstamming.

    Το γεγονός αυτό από μόνο του δεν καθιστά δυνατή τη συναγωγή συμπερασμάτων ως προς την εθνοτική της καταγωγή.

  • έννομη σχέση με τους ανιόντες

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • γενεαλογικό δένδρο
    • πρόγονοι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " afstamming " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Afstamming
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • απόγονος

    noun

    „kloon”: een vegetatieve genetisch uniforme afstamming van één enkele plant;

    «κλώνος», ο γενετικά ομοιόμορφος απόγονος από αγενή πολλαπλασιασμό ενός μόνο φυτού·

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "afstamming" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη