Μετάφραση του "aftreden" σε Ελληνικά

Οι παραιτούμαι, εγκαταλείπω, αφήνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "aftreden" σε Ελληνικά.

aftreden verb γραμματική

een bepaalde positie of een bepaald ambt opgeven

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • παραιτούμαι

    verb

    En op basis van die collectieve verantwoordelijkheid is de Commissie afgetreden.

    Και με βάση αυτήν της τη συλλογική ευθύνη, η Επιτροπή παραιτήθηκε.

  • εγκαταλείπω

    verb

    Phillipe wist dat mijn oudste, Pierre, wilde aftreden... om priester te worden

    Ο Φίλιπ ήξερε ότι ο πρωτότοκός μου, ο αδελφός του Πιερ... ήθελε να εγκαταλείψει και να στραφεί στην εκκλησία

  • αφήνω

    verb

    Duffy is net afgetreden en daar is z' n opvolger al

    Βλέπω πως ο Ντάλφι έχει αφήσει το θρόνο του σ ' εσένα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " aftreden " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "aftreden" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "aftreden" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη