Μετάφραση του "afwezigheid" σε Ελληνικά
Το Απουσία είναι η μετάφραση του "afwezigheid" σε Ελληνικά.
afwezigheid
noun
feminine
γραμματική
het afwezig zijn op een bepaald tijdstip en plaats
-
Απουσία
Lorenzo's afwezigheid, hoe tijdelijk ook, heeft een leegte achtergelaten.
Απουσία του Lorenzo, έστω και προσωρινές, έχει δημιουργήσει ένα κενό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " afwezigheid " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "afwezigheid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ερήμην
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη