Μετάφραση του "ampul" σε Ελληνικά

Οι αμπούλα, φύσιγγα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ampul" σε Ελληνικά.

ampul noun feminine masculine γραμματική

Een klein hermetisch afgesloten glazen buisje dat een steriele chemische stof geschikt voor injectie bevat.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμπούλα

    noun

    Khasinau kan het document niet lezen zonder de vloeistof in de ampul.

    Ο Κασινάου δεν μπορεί να κάνει το μελάνι στην σελίδα ορατό χωρίς την αμπούλα.

  • φύσιγγα

    feminine

    De moedercultuur van het organisme wordt als gevriesdroogde ampullen bewaard.

    Μητρικά αποθέματα του οργανισμού φυλάσσονται υπό μορφή λυοφιλοποιημένων φυσίγγων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ampul " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "ampul"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ampul" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη