Μετάφραση του "amulet" σε Ελληνικά
Οι φυλαχτό, Φυλαχτό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amulet" σε Ελληνικά.
amulet
noun
masculine
γραμματική
Object of ding waaraan beschermende krachten zijn aan toegekend alsook aan de drager ervan.
-
φυλαχτό
noun neuterMèt diegene die je de amulet heeft gegeven.
Μαζί μ ́ αυτόν που σου έδωσε το φυλαχτό.
-
Φυλαχτό
Mèt diegene die je de amulet heeft gegeven.
Μαζί μ ́ αυτόν που σου έδωσε το φυλαχτό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " amulet " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη