Μετάφραση του "amusement" σε Ελληνικά

Οι διασκέδαση, ψυχαγωγία, αναψυχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "amusement" σε Ελληνικά.

amusement

iets waarmee men zich vermaakt [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διασκέδαση

    noun feminine

    Als je amusement wilt, kan er dan geen aap voor je dansen?

    Αν χρειάζεσαι διασκέδαση, βάλε τη μαϊμού σου να χορέψει.

  • ψυχαγωγία

    noun feminine

    bedrijvigheid die dient ter verstrooiing en vermaak

    Er is geen schriftuurlijk bezwaar tegen het gebruik van buikspreken als een vorm van amusement.

    Δεν υπάρχουν Γραφικοί λόγοι για να μη χρησιμοποιείται η εγγαστριμυθία ως μορφή ψυχαγωγίας.

  • αναψυχή

    noun feminine

    Er is nu meer amusement beschikbaar dan ooit, en het is goedkoper dan ooit.

    Η αναψυχή είναι τώρα πιο προσιτή και πιο ανέξοδη από ποτέ.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " amusement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "amusement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη