Μετάφραση του "arbeid" σε Ελληνικά

Οι εργασία, έργο, δουλειά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbeid" σε Ελληνικά.

arbeid noun masculine γραμματική

Iets dat gedaan dient te worden, een te verrichten taak. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργασία

    noun feminine

    economie

    Dan is het belangrijk om duidelijk te maken dat illegale arbeid niet meer wordt getolereerd.

    Είναι σημαντικό για μας να ξεκαθαρίσουμε ότι δεν θα ανεχτούμε πλέον την παράνομη εργασία.

  • έργο

    noun neuter

    Deze arbeid bevindt zich momenteel in het preprogrammeringsstadium.

    Το έργο αυτό βρίσκεται προς το παρόν σε φάση προσχεδίου.

  • δουλειά

    noun feminine

    δραστηριότητα για την οποία λαμβάνει κάποιος πληρωμή

    Het christendom is democratisch en gegrondvest op arbeid.

    Ο Χριστιανισμός είναι μια δημοκρατική πίστη που βασίζεται στη δουλειά.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • άθλος
    • αγγαρεία
    • Έργο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arbeid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "arbeid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arbeid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη