Μετάφραση του "arbeider" σε Ελληνικά

Οι εργάτης, εργαζόμενος, εργάτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arbeider" σε Ελληνικά.

arbeider noun masculine γραμματική

Iemand die voor een loon arbeid levert.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εργάτης

    noun masculine

    Memar, we hebben gehoord dat een Afghaanse arbeider is gevallen van dit gebouw.

    Memar, πληροφορηθήκαμε ότι ένας Αφγανός εργάτης έπεσε απ αυτό το κτίριο.

  • εργαζόμενος

    noun masculine

    De andere gedachte is dat werken iets akeligs is, waar de arbeider het liefst onderuit wil komen.

    Η άλλη ιδέα είναι ότι η εργασία είναι κάτι ανιαρό, κάτι που ο εργαζόμενος θα προτιμούσε να αποφύγει.

  • εργάτρια

    noun feminine

    De arbeider en jij.

    Η εργάτρια κι εσύ.

  • εργάτης, δουλευτής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arbeider " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "arbeider" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arbeider" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη