Μετάφραση του "arm" σε Ελληνικά

Οι φτωχός, χέρι, μπράτσο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά.

arm adjective noun masculine γραμματική

lichaamsdeel [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • φτωχός

    adjective

    Niets of bijna niets bezittend.

    Ik begrijp niet waarom iemand arm wil zijn.

    Δεν καταλαβαίνω γιατί κανείς να θέλει να είναι φτωχός.

  • χέρι

    noun neuter

    Ik vermoed uit de arm van korporaal Beck.

    Το έβγαλα από το χέρι του δεκανέα Μπεκ, εδώ.

  • μπράτσο

    noun neuter

    De arm waarop het paaltje is bevestigd strekt zich uit tot het punt waar nu de paaltjes staan.

    Το μπράτσο στο οποίο τοποθετείται η πινακίδα φθάνει μέχρι το σημείο όπου ευρίσκονται σήμερα τοποθετημένες οι πινακίδες κατεύθυνσης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βραχίονας
    • βραχίωνας
    • άθλιος
    • δυστυχισμένος
    • βραχιονας
    • άπορος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " arm " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "arm"

Φράσεις παρόμοιες με "arm" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "arm" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη