Μετάφραση του "baai" σε Ελληνικά
Οι κόλπος, όρμος, κόρφος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baai" σε Ελληνικά.
baai
noun
feminine
γραμματική
Een open, gebogen inkeping gemaakt door de zee of het meer in de kustlijn. [..]
-
κόλπος
noun masculineγεωγραφικός όρος [..]
Hij is daar omgekomen tijdens oefeningen over de baai van Biscay.
Σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια ελιγμών πάνω από τον κόλπο της Γασκώνης.
-
όρμος
nounEr is dus geen inbreuk omdat de baai niet in zijn oorspronkelijke staat is gebracht.
Δεν υπάρχει επομένως παράβαση διότι ο όρμος δεν έχει αποκατασταθεί.
-
κόρφος
Noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- μούρο
- ρόγα
- Κόλπος
- θάλαμος
- διαμέρισμα
- φάτνωμα
- στοά
- φρέαρ
- αποθήκη
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " baai " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη