Μετάφραση του "baan" σε Ελληνικά

Οι τροχιά, οδός, εργασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "baan" σε Ελληνικά.

baan noun verb feminine γραμματική

Het werk of de aanstelling waarbinnen iemand werkzaam is. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • τροχιά

    noun feminine

    hemellichaam

    Nu, zorg dat de baan richting de Turken gaat.

    Τώρα, στρέψ ́ τε την καμπυλη της τροχιάς προς τους Τούρκους.

  • οδός

    noun feminine

    Baan Jar, Poi Dang Road, nummer 1 0.

    Μπαν Τζαρ, οδός Πόϊ Ντανγκ αριθμός 10.

  • εργασία

    noun feminine

    Het werk of de aanstelling waarbinnen iemand werkzaam is.

    Waarom ga je niet terug naar jouw kostbaar baantje in Chicago.

    Γιατί δεν πας πίσω στην πολύτιμη μικρή εργασία σου στο Σικάγο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δρόμος
    • δουλειά
    • πορεία
    • γήπεδο
    • απασχόληση
    • Κατάληψη
    • λειτουργία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " baan " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "baan" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "baan" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη