Μετάφραση του "bediende" σε Ελληνικά
Οι υπάλληλος, ακόλουθος, υπηρέτης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bediende" σε Ελληνικά.
bediende
noun
verb
masculine
γραμματική
iemand die eten en of drinken brengt in een horecagelegenheid [..]
-
υπάλληλος
noun commonEen persoon belast met de zorg over iemand of iets.
De bediende weet nog dat hij met een blonde vrouw was.
Ο υπάλληλος τον θυμάται μαζί με μια ξανθιά.
-
ακόλουθος
noun masculine -
υπηρέτης
noun masculineMijn bediende sprak van een moord dat u zou gepleegd hebben.
Ο υπηρέτης μου μου μίλησε για κάποιο φόνο που ίσως έχετε κάνει.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δούλος
- διάκονος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bediende " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bediende" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
σερβίρω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη