Μετάφραση του "bediening" σε Ελληνικά

Οι εξυπηρέτηση, υπηρεσία, ιερατείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bediening" σε Ελληνικά.

bediening noun feminine γραμματική

de groep van personen die eten en of drinken brengen in een horecagelegenheid [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξυπηρέτηση

    noun

    Het eten is goed, en de bediening hier is goed.

    Το φαγητό είναι καλό και η εξυπηρέτηση εδώ είναι καλή.

  • υπηρεσία

    noun feminine

    Alleen heb ik volgens de wet het recht iemand bediening te weigeren.

    Το θέμα είναι, ότι ο νόμος λέει ότι έχω το δικαίωμα να αρνηθώ την παροχή υπηρεσιών σε οποιονδήποτε.

  • ιερατείο

    noun neuter
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bediening " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bediening" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη