Μετάφραση του "bedreiging" σε Ελληνικά

Οι κίνδυνος, απειλή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedreiging" σε Ελληνικά.

bedreiging noun feminine γραμματική

een mogelijk gevaar [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • κίνδυνος

    noun masculine

    Het uitbreken van deze ziekte vormt een ernstige bedreiging voor de veestapel in de Gemeenschap.

    Η εμφάνιση της εν λόγω νόσου αντιπροσωπεύει σοβαρό κίνδυνο για το κοινοτικό ζωικό κεφάλαιο.

  • απειλή

    noun feminine

    Als je weet wie Chuck echt is, vorm je een bedreiging.

    Αν ξέρεις ποιος είναι ο Τσακ στην πραγματικότητα, τότε αποτελείς απειλή.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bedreiging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bedreiging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bedreiging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη