Μετάφραση του "bedriegen" σε Ελληνικά

Οι εξαπατώ, κερατώνω, απάτη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bedriegen" σε Ελληνικά.

bedriegen verb γραμματική

iemand met kwade opzet in de waan brengen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξαπατώ

    verb

    Hij leerde me ook liegen, stelen, bedriegen en oplichten.

    Μου έμαθε να λέω ψέματα, να κλέβω, να εξαπατώ τον κόσμο.

  • κερατώνω

    verb

    Hij denkt dat ik hem bedrieg.

    Νομίζει ότι τον κερατώνω.

  • απάτη

    noun feminine

    Jij hebt een groter schandaal uitgeroepen door hem te vermoorden en ons te bedriegen.

    Έκανες μεγαλύτερη απάτη με το να τον σκοτώσεις και να μας προδώσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απατώ
    • πσευδω
    • ξεγελώ
    • ξεγελάω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bedriegen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bedriegen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη