Μετάφραση του "beginner" σε Ελληνικά

Οι ερασιτέχνης, ερασιτέχνις είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beginner" σε Ελληνικά.

beginner noun masculine γραμματική

Een nieuwe gebruiker of deelnemer; extreem nieuw en onervaren.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερασιτέχνης

    noun
  • ερασιτέχνις

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beginner " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beginner" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη