Μετάφραση του "beginsel" σε Ελληνικά

Οι αρχή, στοιχείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "beginsel" σε Ελληνικά.

beginsel noun neuter γραμματική

regel waar je je in ieder geval aan wilt houden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • αρχή

    noun feminine

    Het beginsel van voedselveiligheid voor de Europese consument geldt voor alle sectoren, niet alleen maar voor bepaalde.

    Η αρχή της υγειονομικής ασφάλειας για τον ευρωπαίο καταναλωτή είναι σφαιρική και όχι τομεακή.

  • στοιχείο

    noun neuter

    Verwerking volgens het beginsel van periodetoerekening of op transactiebasis is niet vereist.

    Δεν απαιτείται η καταγραφή των στοιχείων αποκλειστικά σε δεδουλευμένη βάση ή με βάση τις συναλλαγές.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " beginsel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "beginsel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "beginsel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη