Μετάφραση του "bezitting" σε Ελληνικά
Οι ιδιοκτησία, περιουσία, κατοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezitting" σε Ελληνικά.
bezitting
noun
feminine
γραμματική
-
ιδιοκτησία
noun feminineStelen had geen zin, want alle bezittingen waren van iedereen.
Και όταν επέστρεφε πίσω στη λογική της κλοπής, δεν είχε νόημα γιατί στο Καμντενάιτ δεν υπήρχε ιδιοκτησία.
-
περιουσία
noun feminineEen dochter, de erfgename van Rosings en alle bezittingen.
Μια κόρη, κληρονόμο του Ρόζινγκς και μεγάλης περιουσίας.
-
κατοχή
noun feminineVrouwen controleerden de gemeenschap, waren eigenaar van al de bezittingen.
Η κοινωνία είναι ελεγχόμενη από γυναίκες, στην κατοχή τους είναι όλα τα ακίνητα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- απόκτημα
- κτήμα
- περιουσιακό στοιχείο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bezitting " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bezitting" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων
-
ιδιοκτησία · κατοχή · κυριότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη