Μετάφραση του "bezittingen" σε Ελληνικά
Οι κυριότητα, ιδιοκτησία, κατοχή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bezittingen" σε Ελληνικά.
bezittingen
noun
-
κυριότητα
feminineEen deel van die bezittingen werd gekocht door particulieren(2), een ander deel kwam uiteindelijk in handen van de overheid.
Τα περιουσιακά στοιχεία εν μέρει αποκτήθηκαν από ιδιώτες (2), εν μέρει περιήλθαν τελικώς στην κυριότητα κρατικών αρχών.
-
ιδιοκτησία
noun feminineStelen had geen zin, want alle bezittingen waren van iedereen.
Και όταν επέστρεφε πίσω στη λογική της κλοπής, δεν είχε νόημα γιατί στο Καμντενάιτ δεν υπήρχε ιδιοκτησία.
-
κατοχή
noun feminineVrouwen controleerden de gemeenschap, waren eigenaar van al de bezittingen.
Η κοινωνία είναι ελεγχόμενη από γυναίκες, στην κατοχή τους είναι όλα τα ακίνητα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bezittingen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bezittingen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων
-
απόκτημα · ιδιοκτησία · κατοχή · κτήμα · περιουσία · περιουσιακό στοιχείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη