Μετάφραση του "binnen" σε Ελληνικά

Οι ηπειρωτικός, μέσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binnen" σε Ελληνικά.

binnen adposition adverb γραμματική

Omvat door. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ηπειρωτικός

    adjective masculine
  • μέσα

    adverb

    Het is mij gelukt om binnen te komen.

    Κατάφερα να μπω μέσα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " binnen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "binnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "binnen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη