Μετάφραση του "binnen" σε Ελληνικά
Οι ηπειρωτικός, μέσα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binnen" σε Ελληνικά.
binnen
adposition
adverb
γραμματική
Omvat door. [..]
-
ηπειρωτικός
adjective masculine -
μέσα
adverbHet is mij gelukt om binnen te komen.
Κατάφερα να μπω μέσα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " binnen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "binnen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ενδοεπιχειρησιακή προστασία του περιβάλλοντος
-
Ζουμ, επάνω και μέσα
-
εσωτερικός στην εταιρεία
-
Εσωτερική Μογγολία
-
ενδοκοινοτικές μεταφορές
-
κοινοτική μετανάστευση
-
ενδοκοινοτικές πληρωμές
-
έρευνα στην επιχείρηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη