Μετάφραση του "binnendringen" σε Ελληνικά

Οι μπαίνω, επεμβαίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "binnendringen" σε Ελληνικά.

binnendringen

In een ruimte gaan.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπαίνω

    verb

    In een ruimte gaan.

    Ze is een vrouw die de slaap vertrekken binnendrong van de ontrouw.

    Είναι γυναίκα που μπήκε στη σκηνή όπου κοιμάται ένας άπιστος.

  • επεμβαίνω

    verb

    Misschien onze hoofdserver binnendringen.

    Ίσως να επέμβει και στο δίκτυο μας.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " binnendringen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "binnendringen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη