Μετάφραση του "bleek" σε Ελληνικά
Οι χλωμός, ωχρός, λευκαντικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleek" σε Ελληνικά.
bleek
adjective
noun
verb
common
γραμματική
gering van kleur [..]
-
χλωμός
adjective masculineOndanks een namiddag van drinken, was hij nog steeds bleek.
Αν και έπινε σταθερά όλο το απόγευμα, ήταν ακόμη χλωμός.
-
ωχρός
adjective masculineMaar hij was zo bleek als die melk van jou, Archie.
Ήταν όμως το ίδιο ωχρός με το γάλα σου,'ρτσι.
-
λευκαντικό
noun neuterAls die garagevlek bloed was, heeft de bleek dat afgebroken.
Αν ο λεκές στο γκαράζ προκλήθηκε από αίμα το λευκαντικό το αλλοίωσε.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανοιχτός
- κατάχλωμος
- ξανθός
- πελιδνός
- άχρωμος
- αχνός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bleek " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bleek" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Λεύκανση δοντιών · λευκαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη