Μετάφραση του "bleken" σε Ελληνικά

Οι λευκαίνω, Λεύκανση δοντιών είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bleken" σε Ελληνικά.

bleken verb γραμματική

witter of lichter doen worden

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • λευκαίνω

    verb

    Pulp die voor de vervaardiging van vezels wordt gebruikt, moet zonder het gebruik van elementaire chloor worden gebleekt.

    Ο πολτός κυτταρίνης που χρησιμοποιείται για την παραγωγή ινών λευκαίνεται χωρίς τη χρήση στοιχειακού χλωρίου.

  • Λεύκανση δοντιών

    tanden

    Ik heb alleen m'n tanden laten bleken.

    Δεν έχω κάνει ακτινογρα - φία από τότε που έκανα λεύκανση δοντιών.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bleken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bleken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • άχρωμος · ανοιχτός · αχνός · κατάχλωμος · λευκαντικό · ξανθός · πελιδνός · χλωμός · ωχρός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bleken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη