Μετάφραση του "blijdschap" σε Ελληνικά

Οι ευτυχία, χαρά είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "blijdschap" σε Ελληνικά.

blijdschap noun feminine γραμματική

een aangename stemming [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευτυχία

    noun feminine

    De marihuana verklaart het hoge carbon gehalte, de troebele longen, en de blijdschap.

    Η μαριχουάνα εξηγεί το ανεβασμένο καρβοξύλιο, τους θολωμένους πνεύμονες και την ευτυχία.

  • χαρά

    noun feminine

    Hij herkent alleen blijdschap, verdriet, boosheid en opgewonden.

    Μπορεί μόνο να αναγνωρίσει χαρά, λύπη, θυμό και ενθουσιασμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " blijdschap " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "blijdschap" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη