Μετάφραση του "bode" σε Ελληνικά

Οι πρεσβευτής, πρέσβης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bode" σε Ελληνικά.

bode noun verb masculine γραμματική

iemand die gezonden wordt om een bericht, dienst, voorwerp enz. af te leveren

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • πρεσβευτής

    noun
  • πρέσβης

    noun masculine

    Elke maand werden ze door ouderlingen bezocht die hun geestelijke en — waar nodig — materiële hulp boden.

    Κάθε μήνα, τους επισκέπτονταν πρεσβύτεροι ώστε να τους παράσχουν πνευματική υποστήριξη, καθώς και οποιαδήποτε υλική βοήθεια χρειάζονταν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bode " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "bode" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bode" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη