Μετάφραση του "bodem" σε Ελληνικά

Οι έδαφος, βυθός, πυθμένας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bodem" σε Ελληνικά.

bodem noun masculine γραμματική

Het zachte en losse materiaal waarmee een groot deel van het aardoppervlak bedekt is. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • έδαφος

    noun neuter

    De toplaag van het landoppervlak van de aarde die bestaat uit gedesintegreerde steendeeltjes, humus, water en lucht.

    Het betekent dat de plaats van de misdaad technisch gezien op Britse bodem ligt.

    Που σημαίνει ότι η σκηνή εγκλήματος είναι τεχνικά σε βρετανικό έδαφος.

  • βυθός

    noun masculine

    Toen deze worm nog leefde, was dit de bodem van een grote zee.

    Ξέρετε, όταν αυτό το σκουλήκι ήταν ζωντανό, όλη αυτή η έρημος ήταν ο βυθός μίας μεγάλης θάλασσας.

  • πυθμένας

    noun masculine

    Standaardonvolkomenheden zijn gaten met vlakke bodem van verschillende diameter.

    Τα τυπικά ελαττώματα είναι οπές επίπεδου πυθμένα διαφορετικών διαμέτρων.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πάτος
    • Έδαφος
    • χώμα
    • υπόστρωμα
    • κοίτη
    • υπόβαθρο
    • υπέρεισμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bodem " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "bodem"

Φράσεις παρόμοιες με "bodem" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bodem" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη