Μετάφραση του "bodempje" σε Ελληνικά
Το δάχτυλο είναι η μετάφραση του "bodempje" σε Ελληνικά.
bodempje
noun
neuter
γραμματική
-
δάχτυλο
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bodempje " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bodempje" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
χερσαίο οικοσύστημα
-
χερσαίος βιολογικός πόρος
-
βλάβη του εδάφους (στο έδαφος)
-
αλκαλική έκταση · αλκαλικό έδαφος
-
αλατότητα του εδάφους
-
διάθεσση αποβλήτων στο έδαφος
-
Έδαφος · έδαφος · βυθός · κοίτη · πάτος · πυθμένας · υπέρεισμα · υπόβαθρο · υπόστρωμα · χώμα
-
Διπύθμενα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη