Μετάφραση του "bom" σε Ελληνικά
Οι βόμβα, Βόμβα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bom" σε Ελληνικά.
bom
noun
masculine
feminine
γραμματική
een vernietigingstuig dat gevuld is met explosieven [..]
-
βόμβα
noun feminineβόμβα [..]
Er is een vast patroon voor alle meldingen waar een bom gevonden is.
Oι στατιστικές δείχνουν... τυπικό μοντέλο συμπεριφοράς, όποτε υπήρχε πράγματι βόμβα.
-
Βόμβα
wapen
Er is een vast patroon voor alle meldingen waar een bom gevonden is.
Oι στατιστικές δείχνουν... τυπικό μοντέλο συμπεριφοράς, όποτε υπήρχε πράγματι βόμβα.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bom " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Αυτοσχέδιος εκρηκτικός μηχανισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη