Μετάφραση του "bon" σε Ελληνικά

Οι δελτίο, εισητήριο, λογαριασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bon" σε Ελληνικά.

bon noun masculine γραμματική
+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • δελτίο

    noun

    Een bon is geldig voor de op de bon vermelde kalendermaand.

    Το δελτίο ισχύει για τον ημερολογιακό μήνα που αναγράφεται σε αυτό.

  • εισητήριο

    Kijk eens, ik heb hier een bon voor een kabelbaan atractie

    Κοίτα έχω ένα εισητήριο για μια εναέρια κατάβαση με τροχαλία

  • λογαριασμός

    noun masculine

    Je hebt nooit een keer de bon betaald.

    Ούτε μια φορά να πάμε για φαγητό και να πληρώσεις το λογαριασμό.

  • εισιτήριο

    noun neuter

    De bagage-bon van een reis naar Portland. Vier jaar geleden.

    Έχει εισιτήριο για ένα ταξίδι που έκανε στο Πόρτλαντ του Όρεγκον πριν 4 χρόνια.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " bon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "bon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη