Μετάφραση του "boomstam" σε Ελληνικά
Οι κορμός, κούτσουρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "boomstam" σε Ελληνικά.
boomstam
noun
masculine
γραμματική
een rechtop gaande houten schacht van een boom
-
κορμός
noun masculineEen boomstam viel op hem in de rivier en beklemde z'n arm.
ένας κορμός έπεσε πάνω του στο ποτάμι και του έπιασε το χέρι.
-
κούτσουρο
noun neuterIk wed dat de rest zo levenloos wordt als een dode boomstam.
Εξασθενεί το υπόλοιπο και μένει ξερό σαν κομμένο κούτσουρο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " boomstam " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "boomstam"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη