Μετάφραση του "botsing" σε Ελληνικά

Οι σύγκρουση, Κρούση, συμπλοκή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "botsing" σε Ελληνικά.

botsing noun feminine γραμματική

het botsen [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • σύγκρουση

    noun feminine

    Door de zuidbaan te draaien zou bovendien het gevaar op botsingen verminderen.

    Η στροφή του νότιου διαδρόμου θα μείωνε περαιτέρω τον κίνδυνο συγκρούσεων.

  • Κρούση

    natuurkunde

    De fabrikant mag bepalen tegen welke kant van het carrosseriesegment de botsing plaats vindt.

    Η πλευρά του τμήματος του αμαξώματος στην οποία θα εφαρμοσθεί η κρούση επιλέγεται από τον κατασκευαστή.

  • συμπλοκή

    feminine
  • αναμέτρηση

    Noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " botsing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "botsing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη