Μετάφραση του "bottelen" σε Ελληνικά
Οι εμφιαλώνω, εμφιάλωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bottelen" σε Ελληνικά.
bottelen
Vloeistoffen opslaan in flessen.
-
εμφιαλώνω
verb -
εμφιάλωση
— wanneer een product door een loonbedrijf wordt gebotteld, de naam en het adres van de bottelaar.
— όταν πρόκειται για εμφιάλωση με σύμβαση «φασόν», το όνομα και η διεύθυνση του εμφιαλωτή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bottelen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη