Μετάφραση του "bouw" σε Ελληνικά
Οι κατασκευή, δόμηση, κουλτούρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouw" σε Ελληνικά.
het doen verrijzen van een gebouw
-
κατασκευή
noun feminineδιαδικασία που συνίσταται στην κατασκευή ή τη συναρμολόγηση των υποδομών
Het project betreft de bouw van een nieuwe fabriek voor de productie van onbewerkt floatglas.
Το εν λόγω σχέδιο αφορά στην κατασκευή ενός νέου εργοστασίου για την παραγωγή ακατέργαστων υαλοπινάκων επίπλευσης.
-
δόμηση
noun feminineBijvoorbeeld, de bouw is het meest gevaarlijke werk dat er is.
Για παράδειγμα, η δόμηση είναι η πιο επικίνδυνη εργασία που υπάρχει.
-
κουλτούρα
noun feminine -
οικοδόμηση
noun feminineHet is zulk cynisme wat onze kanten ervan weerhouden heeft echte vrede op te bouwen.
Είναι κυνικο, σαν κι αυτό που κρατάει τις πλευρές μας μακριά από την οικοδόμηση μιας πραγματικής ειρήνης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bouw " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bouw" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα
-
δόμηση · κατασκευή · οικοδομώ · οικοδόμηση · χτίζω
-
Η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μια μέρα
-
Βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίων
-
μοντέρνα αρχιτεκτονική