Μετάφραση του "bouwer" σε Ελληνικά
Οι οικοδόμος, κτίστης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bouwer" σε Ελληνικά.
bouwer
noun
masculine
γραμματική
Een persoon of ding dat bouwt.
-
οικοδόμος
nounεπάγγελμα
Mijn bouwer, schoonmaker, zelfs mijn zware artillerie is Pools.
Ο οικοδόμος μου, ο καθαριστής μου, ακόμα και οι γαμημένοι οι μπράβοι μου είναι Πολωνοί.
-
κτίστης
noun masculine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bouwer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη