Μετάφραση του "corrosief" σε Ελληνικά

Οι διαβρωτικός, καυστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corrosief" σε Ελληνικά.

corrosief adjective γραμματική

De capaciteit of de neiging bezittende om corrosie te veroorzaken.

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβρωτικός

    adjective masculine

    Jack, hij is een miljard mijl ver weg, hij bevriest en neemt en corrosieve chemicaliën op.

    Τζακ, είναι τρία δις χιλ. μακριά, ενώ παγώνει και αναπνέει διαβρωτικά χημικά.

  • καυστικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corrosief " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corrosief" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη