Μετάφραση του "corrigeren" σε Ελληνικά

Οι διορθώνω, βελτιώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "corrigeren" σε Ελληνικά.

corrigeren verb γραμματική

Beter maken. [..]

+ Προσθήκη

Ολλανδικά-Ελληνικά λεξικό

  • διορθώνω

    verb

    Frank zegt dat ik geen oudere mensen mag corrigeren.

    Ο Φρανκ λέει πως δεν πρέπει να διορθώνω τους μεγαλύτερους.

  • βελτιώνω

    verb

    Dit holt de richtlijn in belangrijke mate uit en moet naar onze mening gecorrigeerd worden.

    Πιστεύουμε ότι τα ανωτέρω αποδυναμώνουν σοβαρά την οδηγία και θα πρέπει να βελτιωθούν.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " corrigeren " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "corrigeren" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη